αἱμοχροώδης

αἱμο-χροώδης, ες,
A blood-coloured, Hp.Epid.4.52.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιμοχροώδης — αἱμοχροώδης, ες (Α) αυτός που έχει το χρώμα τού αίματος, ο αιματόχρωμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἷμα + *χροώδης < χροιὰ + ώδης] …   Dictionary of Greek

  • αἱμοχροῶδες — αἱμοχροώδης blood coloured masc/fem voc sg αἱμοχροώδης blood coloured neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.